Στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου ανοίγεται μια νέα προοπτική για τη χώρα. Μέσα σε 5 ½ χρόνια η ΝΔ διέψευσε και τους πιο φανατικούς υποστηρικτές της. Υπήρξε Κυβέρνηση μηδενικής ευθύνης, μηδενικής αξιοπιστίας και μηδενικού έργου. Με εξαίρεση τους ολίγους προνομιούχους που είδαν τα προνόμια και τον πλούτο τους να αυξάνεται σκανδαλωδώς επί Νέας Δημοκρατίας, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται σκληρά από την πολιτική της.
Φαυλότητα και σκάνδαλα που συγκαλύφθηκαν, στοχοποίηση των μη προνομιούχων με συνεχή επιβολή υπέρογκων φόρων εις βάρος τους, πλήρης ανικανότητα δημοσιονομικής διαχείρισης, καταβαράθρωση της ελληνικής οικονομίας, καταδίκη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε μαρασμό, τραγική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων, ανατροπή εργασιακών δικαιωμάτων, γιγάντωση της ανεργίας, ανεξέλεγκτη ακρίβεια, απαξίωση της δημόσιας παιδείας, μαρασμός του ΕΣΥ προκειμένου να προωθηθεί η ιδιωτικοποίηση της υγείας, κυνική αδιαφορία για τους νέους και για τις ανάγκες τους, διεθνής απαξίωση της χώρας.
Αυτός είναι ένας σύντομος απολογισμός της κυβέρνησης της ΝΔ. Μια κυβέρνηση που αρέσκεται να μιλάει για ηθική, προσβάλλοντας κάθε έννοια πολιτικού ήθους.
Φίλες και Φίλοι
Στις 4 Οκτωβρίου έχετε τη δύναμη με την ψήφο σας να σταματήσετε αυτή την αδιέξοδη και καταστροφική πορεία της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ ζητά την εμπιστοσύνη σας, έχοντας διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος και με τη δέσμευση ότι θα αγωνισθεί σκληρά για να ανατρέψει τα μέτρα κοινωνικής ανισότητας της ΝΔ, για να στηρίξει τους κοινωνικά ασθενέστερους και να εξασφαλίσει την αναδιανομή του δημόσιου πλούτου. Για να υπάρξει διαφάνεια στη δημοσιονομική διαχείριση και να αποκατασταθεί η αξιοκρατία χωρίς άλλες γαλάζιες συνεντεύξεις και πελατειακές σχέσεις. Για να επανέλθει η χώρα σε τροχιά προόδου και να αποκατασταθεί το διεθνές της κύρος, για πράσινη ανάπτυξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Φίλες και Φίλοι
Στην πολιτική δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Κάθε άνθρωπος, κάθε πολιτικός επιλέγει την δική του στάση ζωής. Για μένα η πολιτική προϋποθέτει ήθος, προϋποθέτει ξεκάθαρη άποψη. Προϋποθέτει μια σχέση ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης με τον πολίτη. Προϋποθέτει πολιτικούς που αγωνίζονται καθημερινά για να αποκαταστήσουν τη «χαμένη τιμή της πολιτικής» και για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής του πολίτη και όχι τις δικές τους. Με αυτές τις σκέψεις αγωνίζομαι για τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και ζητώ την εμπιστοσύνη σας για να υπηρετήσω με την ίδια πίστη τις ιδέες μας, για να συνεχίσω με τον ίδιο δυναμισμό και μαχητικότητα τον αγώνα για μια κοινωνία δικαιοσύνης για μια κοινωνία που να αξίζει σε όλους τους Έλληνες.
Μαζί μπορούμε!
Καλωσόρισμα
Σας καλωσορίζω όλους στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο, ένα χώρο μέσω του οποίου ελπίζω να αποκτήσω μια καθημερινή επαφή με όλους εσάς που προβληματίζεστε για το μέλλον, που θέλετε να ακούσετε μια διαφορετική πρόταση, που έχετε ακόμα την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, που είστε ή δεν είστε φίλοι και ψηφοφόροι μου, αλλά που θέλετε να εκφραστείτε και να επικοινωνήσετε μαζί μου.
Καλώς ήρθατε στο blog μου. Περιμένω τα σχόλια και τις απόψεις σας.
Με εκτίμηση,
Μιλένα
19 Σεπ 2009
1 Σεπ 2009
Προβληματισμός για την πορεία του εκπαιδευτικού συστήματος και προτάσεις που αντιμετωπίζουν τις παθογένειές του.
Έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο ότι έχει ανακοπεί η πορεία σύγκλισης του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος με εκείνο των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε., η οποία ξεκίνησε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Καίρια συνιστώσα του προβλήματος είναι ελλιπής χρηματοδότηση της Παιδείας στη χώρα μας.
Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανά ετησίως κατά μέσο όρο 7.400 ευρώ ανά φοιτητή, η Ελλάδα δαπανά μόνο 3.340 ευρώ. Ανάλογα ισχύουν και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, με την Ε.Ε. να δαπανά 5.015 ευρώ, ενώ Ελλάδα 2.375. Επίσης στη χώρα μας το οικογενειακό εισόδημα πλήττεται από επιπρόσθετες εκπαιδευτικές δαπάνες, δεδομένου ότι σήμερα ένα παιδί στην Τρίτη Λυκείου δαπανά για φροντιστήρια περί τις 14.000 ευρώ. Αυτά τα δεδομένα δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση στην ελληνική οικογένεια. Φέτος για πέμπτη συνεχή χρονιά έχουμε μείωση του προϋπολογισμού για την Παιδεία στο 3,057% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι στο 5%. Η τεχνική εκπαίδευση έχει απαξιωθεί πλήρως και παρατηρείται μείωση κατά 30% του ποσοστού των μαθητών που σπουδάζουν σε αυτή.
Ο ασφυκτικός περιορισμός των πιστώσεων θέτει το θεσμό των ολοήμερων σχολείων σε υπολειτουργία. Τα μεγάλα λειτουργικά κενά σε καθηγητές σχολείων επιφέρουν σοβαρότατα προβλήματα στην λειτουργία των σχολείων. Αλλά και στη συζήτηση για την αναμόρφωση του Δημόσιου Πανεπιστημίου δεν υπήρξε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξής αυτού, αλλά επιβλήθηκαν μικρής σημασίας γραφειοκρατικές διατάξεις, που δεν δίνουν λύση στο πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα λειτουργεί ως δύναμη ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, ως εργαλείο αναδιανομής και όχι ως μέσο αναπαραγωγής των κοινωνικών διακρίσεων και των αποκλεισμών. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα στηριγμένο στην ποιότητα και την αξιολόγηση, στο οποίο οι σύγχρονες υποδομές, η πληροφορική, οι νέες τεχνολογίες θα είναι αυτονόητη καθημερινότητα.
Η πραγματικά δημόσια δωρεάν παιδεία θα απαλλάξει τη μέση ελληνική οικογένεια από το κόστος για την εκπαίδευση. Δέσμευση για το ΠΑΣΟΚ είναι η συνεχής αύξηση της χρηματοδότησης, ώστε να επιτευχθεί ποσοστό 5% του ΑΕΠ για την Παιδεία και του 2% για την έρευνα μέχρι το τέλος της τετραετίας. Ενώ κατά καιρούς έχουν γίνει αποσπασματικές ρυθμίσεις, υπάρχει ουσιαστική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται για: Προσχολική αγωγή και εκπαίδευση για όλους. Ολοήμερο Ανοιχτό σχολείο σε στενή συνεργασία με τους γονείς και την τοπική κοινωνία. Αυτοδύναμο λύκειο και Εθνικό Απολυτήριο. Αυτοδύναμο τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο. Αλλαγή του συστήματος πρόσβασης στα ΑΕΙ-ΤΕΙ με στόχο την ισότητα των ευκαιριών. Τα, δε, ΑΕΙ και ΤΕΙ θα είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα, με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, με μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας και αυτοδιαχείρησης και θα έχουν στόχο την αριστεία. Οι φοιτητές θα έχουν αυξημένες δυνατότητες επιλογών στο πρόγραμμα σπουδών και θα υπάρχει κινητικότητα. Οι πανεπιστημιακές Βιβλιοθήκες, αλλά και τα Συγγράμματα θα βρίσκονται στο διαδίκτυο διευκολύνοντας και διευρύνοντας την πρόσβαση της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανά ετησίως κατά μέσο όρο 7.400 ευρώ ανά φοιτητή, η Ελλάδα δαπανά μόνο 3.340 ευρώ. Ανάλογα ισχύουν και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, με την Ε.Ε. να δαπανά 5.015 ευρώ, ενώ Ελλάδα 2.375. Επίσης στη χώρα μας το οικογενειακό εισόδημα πλήττεται από επιπρόσθετες εκπαιδευτικές δαπάνες, δεδομένου ότι σήμερα ένα παιδί στην Τρίτη Λυκείου δαπανά για φροντιστήρια περί τις 14.000 ευρώ. Αυτά τα δεδομένα δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση στην ελληνική οικογένεια. Φέτος για πέμπτη συνεχή χρονιά έχουμε μείωση του προϋπολογισμού για την Παιδεία στο 3,057% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι στο 5%. Η τεχνική εκπαίδευση έχει απαξιωθεί πλήρως και παρατηρείται μείωση κατά 30% του ποσοστού των μαθητών που σπουδάζουν σε αυτή.
Ο ασφυκτικός περιορισμός των πιστώσεων θέτει το θεσμό των ολοήμερων σχολείων σε υπολειτουργία. Τα μεγάλα λειτουργικά κενά σε καθηγητές σχολείων επιφέρουν σοβαρότατα προβλήματα στην λειτουργία των σχολείων. Αλλά και στη συζήτηση για την αναμόρφωση του Δημόσιου Πανεπιστημίου δεν υπήρξε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξής αυτού, αλλά επιβλήθηκαν μικρής σημασίας γραφειοκρατικές διατάξεις, που δεν δίνουν λύση στο πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα λειτουργεί ως δύναμη ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, ως εργαλείο αναδιανομής και όχι ως μέσο αναπαραγωγής των κοινωνικών διακρίσεων και των αποκλεισμών. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα στηριγμένο στην ποιότητα και την αξιολόγηση, στο οποίο οι σύγχρονες υποδομές, η πληροφορική, οι νέες τεχνολογίες θα είναι αυτονόητη καθημερινότητα.
Η πραγματικά δημόσια δωρεάν παιδεία θα απαλλάξει τη μέση ελληνική οικογένεια από το κόστος για την εκπαίδευση. Δέσμευση για το ΠΑΣΟΚ είναι η συνεχής αύξηση της χρηματοδότησης, ώστε να επιτευχθεί ποσοστό 5% του ΑΕΠ για την Παιδεία και του 2% για την έρευνα μέχρι το τέλος της τετραετίας. Ενώ κατά καιρούς έχουν γίνει αποσπασματικές ρυθμίσεις, υπάρχει ουσιαστική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται για: Προσχολική αγωγή και εκπαίδευση για όλους. Ολοήμερο Ανοιχτό σχολείο σε στενή συνεργασία με τους γονείς και την τοπική κοινωνία. Αυτοδύναμο λύκειο και Εθνικό Απολυτήριο. Αυτοδύναμο τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο. Αλλαγή του συστήματος πρόσβασης στα ΑΕΙ-ΤΕΙ με στόχο την ισότητα των ευκαιριών. Τα, δε, ΑΕΙ και ΤΕΙ θα είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα, με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, με μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας και αυτοδιαχείρησης και θα έχουν στόχο την αριστεία. Οι φοιτητές θα έχουν αυξημένες δυνατότητες επιλογών στο πρόγραμμα σπουδών και θα υπάρχει κινητικότητα. Οι πανεπιστημιακές Βιβλιοθήκες, αλλά και τα Συγγράμματα θα βρίσκονται στο διαδίκτυο διευκολύνοντας και διευρύνοντας την πρόσβαση της πανεπιστημιακής κοινότητας.
9 Αυγ 2009
H Κρήτη, το Ρέθυμνο και τα Χανιά ως καλοκαιρινοί προορισμοί
Η Κρήτη είναι ο τόπος της καταγωγής μου. Η φωτογραφία στην οποία ο παππούς μου μαζί με άλλους Κρητικούς πλαισιώνει τον Ελευθέριο Βενιζέλο λίγες ώρες πριν την επανάσταση στο Θέρισο είχε από την παιδική μου ηλικία δώσει στο νησί ηρωικές και μυθικές διαστάσεις. Στη πορεία της ενηλικίωσης μου η σημερινή Κρήτη, ήρθε να προσθέσει την σύγχρονη «μυθολογία» της στη σχέση μου με το νησί και τους ανθρώπους του. Οι διακοπές μου μοιράζονται ανάμεσα στους δύο πόλους της Δυτικής Κρήτης. Τα Χανιά και το Ρέθυμνο.
Κατάγομαι από το Ρέθυμνο και συγκεκριμένα από ένα χωριό του Μυλοποτάμου, την Αρχαία Ελεύθερνα στους βόρειους πρόποδες του Ψειλορείτη. Εκεί πριν από 16 χρόνια ο τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου της Κρήτης ξεκίνησε μια ανασκαφή που έφερε στο φως τα ερείπια μιας αρχαίας νεκρόπολης των γεωμετρικών και αρχαικών χρόνων.
Δεν θα μπορούσα λοιπόν παρά να ξεκινήσω το οδοιπορικό μου από την επίσκεψη στην ανασκαφή. Δίπλα στα χωριά της ανασκαφής οι Μαργαρίτες ένα κεφαλοχώρι με σπουδαία πολιτιστική και καλλιτεχνική παράδοση, με εργαστήρια θαυμαστής αγγειοπλαστικής και με τα γνωστά Μπουντάλια έναν ερασιτεχνικό θίασο, τις παραστάσεις του οποίου θα ζήλευαν πολλοί καλλιτέχνες. Το καλοκαίρι όμως δε μπορεί να φυλακιστεί στο άγριο ορεινό τοπίο και στο Ρέθυμνο οι αμμουδιές συναγωνίζονται η μία την άλλη.
Ξεκινάω από τη λίμνη του Πρέβελη στις εκβολές του Μέγα Ποταμού εκεί όπου καταλήγει το περίφημο Κουρταλιώτικο Φαρράγι. Τα Μπαλί με το εξωτικό του όνομα, ο Πλατανιάς, το Αμμούδι είναι μερικές μόνο από τις παραλίες νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου που αξίζει τον κόπο να επισκεφθείς.
Και βέβαια η πόλη του Ρεθύμνου σφραγισμένη από τη Βενετική κυριαρχία με τον αέρα και τη φινέτσα της δυτικής αρχιτεκτονικής, με το επιβλητικό κάστρο της Φορτέτζας και το ενετικό λιμάνι που είναι μια ζωγραφιά.
Μια αντίστοιχη ζωγραφιά λίγο μεγαλύτερη σε έκταση είναι το λιμάνι των Χανίων και τα γραφικά σοκάκια του, η παλιά πόλη, το Κουμ-καπί με τα φοιτητικά στέκια και την απίστευτη ζωντάνια του, το Ακρωτήρι με τους τάφους των Βενιζέλων και την υπέροχη θέα.
Αφήνοντας πίσω τον αστικό ιστό, οι παραλίες στα Χανιά είναι η μία καλύτερη από την άλλη, είτε κοντά στην πόλη, το Μαράθι και ο Πλατανιάς, είτε μακρύτερα. Η πιο απομακρυσμένη παραλία από τα Χανιά που αξίζει τον κόπο και το ταξίδι είναι το Ελαφονήσι με τη ροζ άμμο, τους αμμόλοφους και το κρυστάλλινο νερό. Και βέβαια η Παλαιόχωρα, όταν δε φυσάει, ο Μπάλος, η Φαλάσαρνα.
Στην Κρήτη ο τουρισμός δεν τα σάρωσε όλα. Όπου κι αν πάει κάποιος για φαγητό σε ταβερνάκι, ή εστιατόριο, φτηνό η ακριβό, τουριστικό ή αυθεντικό, μετά το τέλος του φαγητού έρχεται κέρασμα η παγωμένη τσικουδιά με τα γλυκά ή το παγωμένο καρπούζι. Μόνο στη Κρήτη θα φάει κανείς χοχλιούς (σαλιγκάρια) μαγειρεμένα με τόση νοστιμιά. Μόνο στη Κρήτη θα φάει κανείς αχινοσαλάτα πραγματική και γαμοπίλαφο με τη μυρωδιά της στάκας. Και βέβαια μόνο στη Κρήτη θα ακούσει κανείς καθώς συνομιλεί και συναλλάσσεται με τους ανθρώπους, όχι κάποια συμβατική απάντηση αλλά μαντινάδα, έμμετρο στίχο με χιούμορ, πονηριά και γλύκα.
Αν ψάχνετε για ομορφιά, για εναλλαγές, για αυθεντικούς φιλόξενους ανθρώπους η Κρήτη είναι ο προορισμός σας.
Κατάγομαι από το Ρέθυμνο και συγκεκριμένα από ένα χωριό του Μυλοποτάμου, την Αρχαία Ελεύθερνα στους βόρειους πρόποδες του Ψειλορείτη. Εκεί πριν από 16 χρόνια ο τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου της Κρήτης ξεκίνησε μια ανασκαφή που έφερε στο φως τα ερείπια μιας αρχαίας νεκρόπολης των γεωμετρικών και αρχαικών χρόνων.
Δεν θα μπορούσα λοιπόν παρά να ξεκινήσω το οδοιπορικό μου από την επίσκεψη στην ανασκαφή. Δίπλα στα χωριά της ανασκαφής οι Μαργαρίτες ένα κεφαλοχώρι με σπουδαία πολιτιστική και καλλιτεχνική παράδοση, με εργαστήρια θαυμαστής αγγειοπλαστικής και με τα γνωστά Μπουντάλια έναν ερασιτεχνικό θίασο, τις παραστάσεις του οποίου θα ζήλευαν πολλοί καλλιτέχνες. Το καλοκαίρι όμως δε μπορεί να φυλακιστεί στο άγριο ορεινό τοπίο και στο Ρέθυμνο οι αμμουδιές συναγωνίζονται η μία την άλλη.
Ξεκινάω από τη λίμνη του Πρέβελη στις εκβολές του Μέγα Ποταμού εκεί όπου καταλήγει το περίφημο Κουρταλιώτικο Φαρράγι. Τα Μπαλί με το εξωτικό του όνομα, ο Πλατανιάς, το Αμμούδι είναι μερικές μόνο από τις παραλίες νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου που αξίζει τον κόπο να επισκεφθείς.
Και βέβαια η πόλη του Ρεθύμνου σφραγισμένη από τη Βενετική κυριαρχία με τον αέρα και τη φινέτσα της δυτικής αρχιτεκτονικής, με το επιβλητικό κάστρο της Φορτέτζας και το ενετικό λιμάνι που είναι μια ζωγραφιά.
Μια αντίστοιχη ζωγραφιά λίγο μεγαλύτερη σε έκταση είναι το λιμάνι των Χανίων και τα γραφικά σοκάκια του, η παλιά πόλη, το Κουμ-καπί με τα φοιτητικά στέκια και την απίστευτη ζωντάνια του, το Ακρωτήρι με τους τάφους των Βενιζέλων και την υπέροχη θέα.
Αφήνοντας πίσω τον αστικό ιστό, οι παραλίες στα Χανιά είναι η μία καλύτερη από την άλλη, είτε κοντά στην πόλη, το Μαράθι και ο Πλατανιάς, είτε μακρύτερα. Η πιο απομακρυσμένη παραλία από τα Χανιά που αξίζει τον κόπο και το ταξίδι είναι το Ελαφονήσι με τη ροζ άμμο, τους αμμόλοφους και το κρυστάλλινο νερό. Και βέβαια η Παλαιόχωρα, όταν δε φυσάει, ο Μπάλος, η Φαλάσαρνα.
Στην Κρήτη ο τουρισμός δεν τα σάρωσε όλα. Όπου κι αν πάει κάποιος για φαγητό σε ταβερνάκι, ή εστιατόριο, φτηνό η ακριβό, τουριστικό ή αυθεντικό, μετά το τέλος του φαγητού έρχεται κέρασμα η παγωμένη τσικουδιά με τα γλυκά ή το παγωμένο καρπούζι. Μόνο στη Κρήτη θα φάει κανείς χοχλιούς (σαλιγκάρια) μαγειρεμένα με τόση νοστιμιά. Μόνο στη Κρήτη θα φάει κανείς αχινοσαλάτα πραγματική και γαμοπίλαφο με τη μυρωδιά της στάκας. Και βέβαια μόνο στη Κρήτη θα ακούσει κανείς καθώς συνομιλεί και συναλλάσσεται με τους ανθρώπους, όχι κάποια συμβατική απάντηση αλλά μαντινάδα, έμμετρο στίχο με χιούμορ, πονηριά και γλύκα.
Αν ψάχνετε για ομορφιά, για εναλλαγές, για αυθεντικούς φιλόξενους ανθρώπους η Κρήτη είναι ο προορισμός σας.
1 Αυγ 2009
H Μετανάστευση του Επιστημονικού Δυναμικού και η Γενιά των 700 Ευρώ
Μια καινούργια μάστιγα αποδημίας φαίνεται να πλήττει και πάλι τον τόπο μας θυμίζοντας τις παλιότερες δεκαετίες του ’50 και του ΄60. Δεν είναι όμως σήμερα οι ανειδίκευτοι gastarbeiter που εγκαταλείπουν τη χώρα για να ζήσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Είναι ένα καινούργιο επιστημονικό και επαρκώς καταρτισμένο προλεταριάτο που αφού έχασε την εφηβεία του κυνηγώντας το όνειρο της επιτυχίας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις υπερχρεώνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό, οδηγείται αναγκαστικά σε αναζήτηση δουλειάς στο εξωτερικό, γιατί η χώρα μας αδυνατεί να το απορροφήσει και να του προσφέρει στοιχειωδώς αξιοπρεπείς όρους εργασίας.
Την ίδια στιγμή κάποιοι συνάδελφοί αυτών των νέων ανθρώπων που επιλέγουν να μείνουν στον τόπο τους ή δεν μπορούν να φύγουν, συγκροτούν την «γενιά των 700 ευρώ», αδυνατώντας να καλύψουν με αξιοπρέπεια τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής τους.
Η Ελλάδα λοιπόν «διώχνει» τα παιδιά της η τα «πνίγει» αποστερούμενη η ίδια ένα τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο που είναι ίσως η σημαντικότερη δύναμη της στο στοίχημα του μέλλοντος.
Είναι βέβαιο ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι νέοι επιστήμονες που εγκαταλείπουν μαζικά σήμερα την χώρα δεν θα επιστρέψουν, αλλά θα σταδιοδρομήσουν και θα προσφέρουν τη γνώση τους κατ’ αρχήν σε μια από τις 24 εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα τους αφομοιώσει και θα τους αξιοποιήσει.
Πόσο μέλλον μπορεί να έχει η χώρα με αυτή την αφαίμαξη του ανθρώπινου δυναμικού της, η με την καθήλωση όσων παραμένουν, χωρίς προοπτική προκοπής και εξέλιξης;
Η χώρα χρειάζεται τομές που θα σαρώσουν τις αγκυλώσεις και τα κατεστημένα του χθες, αλλά και τη νέα εφιαλτική πραγματικότητα που διαγράφεται. Για να σταματήσει αυτή η αναγκαστική αποδημία, που είναι δηλωτική της υπανάπτυξης μιας χώρας, η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανάπτυξη που απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις, κάνει άλματα προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, συνδέει τους νέους ανερχόμενους κλάδους με τους παραδοσιακούς, εξασφαλίζει σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της οικονομίας, οδηγεί στη σύγκλιση των περιφερειών και στη μείωση των ανισοτήτων. Χρειαζόμαστε δημόσιες επενδύσεις για ισχυρή ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα. Το κράτος οφείλει να έχει ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας μας τόσο στο αναπτυξιακό όσο και στο ελεγκτικό πεδίο.
Χρειαζόμαστε ανάπτυξη που στηρίζεται στις επενδύσεις και όχι στον υπερδανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Το πρότυπο ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να στηρίζεται στη φθηνή εργασία που με άλλοθι την ανταγωνιστικότητα καθιστά κάποιους ακόμη πλουσιότερους τινάζοντας στον αέρα την κοινωνική συνοχή. Η σημερινή Ελλάδα που μικραίνει και φτωχαίνει καθημερινά, που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους δεν είναι μονόδρομος. Υπάρχει λύση, υπάρχει ελπίδα και οι εκλογές είναι βέβαιο ότι θα δώσουν το πράσινο φως για αλλαγή πορείας.
Την ίδια στιγμή κάποιοι συνάδελφοί αυτών των νέων ανθρώπων που επιλέγουν να μείνουν στον τόπο τους ή δεν μπορούν να φύγουν, συγκροτούν την «γενιά των 700 ευρώ», αδυνατώντας να καλύψουν με αξιοπρέπεια τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής τους.
Η Ελλάδα λοιπόν «διώχνει» τα παιδιά της η τα «πνίγει» αποστερούμενη η ίδια ένα τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο που είναι ίσως η σημαντικότερη δύναμη της στο στοίχημα του μέλλοντος.
Είναι βέβαιο ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι νέοι επιστήμονες που εγκαταλείπουν μαζικά σήμερα την χώρα δεν θα επιστρέψουν, αλλά θα σταδιοδρομήσουν και θα προσφέρουν τη γνώση τους κατ’ αρχήν σε μια από τις 24 εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα τους αφομοιώσει και θα τους αξιοποιήσει.
Πόσο μέλλον μπορεί να έχει η χώρα με αυτή την αφαίμαξη του ανθρώπινου δυναμικού της, η με την καθήλωση όσων παραμένουν, χωρίς προοπτική προκοπής και εξέλιξης;
Η χώρα χρειάζεται τομές που θα σαρώσουν τις αγκυλώσεις και τα κατεστημένα του χθες, αλλά και τη νέα εφιαλτική πραγματικότητα που διαγράφεται. Για να σταματήσει αυτή η αναγκαστική αποδημία, που είναι δηλωτική της υπανάπτυξης μιας χώρας, η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανάπτυξη που απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις, κάνει άλματα προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, συνδέει τους νέους ανερχόμενους κλάδους με τους παραδοσιακούς, εξασφαλίζει σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της οικονομίας, οδηγεί στη σύγκλιση των περιφερειών και στη μείωση των ανισοτήτων. Χρειαζόμαστε δημόσιες επενδύσεις για ισχυρή ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα. Το κράτος οφείλει να έχει ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας μας τόσο στο αναπτυξιακό όσο και στο ελεγκτικό πεδίο.
Χρειαζόμαστε ανάπτυξη που στηρίζεται στις επενδύσεις και όχι στον υπερδανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Το πρότυπο ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να στηρίζεται στη φθηνή εργασία που με άλλοθι την ανταγωνιστικότητα καθιστά κάποιους ακόμη πλουσιότερους τινάζοντας στον αέρα την κοινωνική συνοχή. Η σημερινή Ελλάδα που μικραίνει και φτωχαίνει καθημερινά, που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους δεν είναι μονόδρομος. Υπάρχει λύση, υπάρχει ελπίδα και οι εκλογές είναι βέβαιο ότι θα δώσουν το πράσινο φως για αλλαγή πορείας.
15 Ιουλ 2009
Η Κρίση του Πολιτικού Συστήματος και η Δημοκρατική Συμμετοχή
Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος και η μεταπολεμική προνοιακή δημοκρατία έθεσαν προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Υπήρξαν ασφαλώς λάθη και σκόπιμες παραλήψεις που οδήγησαν σε αποκλεισμούς, αλλά η κοινωνία πορευόταν στην επίτευξη ξεκάθαρων στόχων. Το φαινόμενο αυτό είχε ως παράλληλη συνέπεια, την ανάδυση του αιτήματος για δημοκρατική συμμετοχή και αντιπροσώπευση, προκειμένου τα οφέλη της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης να μοιρασθούν δίκαια, η ευημερία να διευρυνθεί και τα νέα κοινωνικά στρώματα να εκπροσωπηθούν. Η λαϊκή κυριαρχία εκφράστηκε με τη μαζική συμμετοχή των πολιτών και το ενδιαφέρον για τα κοινά.
Στην Ελλάδα, η δημοκρατική ευφορία της εθνικής μεταπολιτευτικής πολιτείας δεν κράτησε για πολύ. Η κρίση της πολιτικής εξουσίας άρχισε με την κρίση αξιοπιστίας των πολιτικών, εδραιώθηκε με την πολιτική αδιαφορία και απάθεια των πολιτών, για να ολοκληρωθεί με την πολιτική διαφθορά, την αθέμιτη διαπλοκή πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, καθώς και με την απαξίωση θεσμών, όπως η δικαστική εξουσία και η εκκλησία.
Όλα αυτά συντελούνται μέσα σε μια γενικευμένη αίσθηση υποχώρησής της πολιτικής, απώλειας του κύρους της και της αποτελεσματικότητας της και την συνεπαγόμενη απροθυμία της κοινωνίας να δράσει πολιτικά και να συμμετάσχει.
Υπάρχουν λύσεις; Ασφαλώς και υπάρχουν.
Απαιτείται δημοκρατική εξισορρόπηση των εξουσιών. Χρειάζονται δίκαιοι κανόνες που θα ισχύουν για όλους και θα εφαρμόζονται. Χρειάζεται διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος.
Η κρίση της πολιτικής, που συχνά συνδέεται με την κρίση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθιστά επίκαιρο και κρίσιμο το ζήτημα της εισαγωγής νέων θεσμών και της ενίσχυσης και ενεργοποίησης υφιστάμενων θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά είναι η μόνη λύση για την ενίσχυση της παραπαίουσας δημοκρατίας μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο θεσμός του δημοψηφίσματος, καθώς και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία φέρνουν πιο κοντά τους πολίτες στη διαδικασία λήψης συλλογικών αποφάσεων, εγγυώνται τη διαφάνεια, την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος, και συμβάλλουν στην επαναφορά της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Η σιωπηλή αποδοχή της κατάστασης είτε από τους «πρωταγωνιστές», με την αντίληψη ότι και έτσι συνεχίζουμε, είτε από τους πολίτες, με την σκέψη ότι όλα είναι στημένα και φαύλα, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια κοινωνία ανερμάτιστη και αθωράκιστη. Οδηγούν στην παρακμή του συνόλου που δεν μπορεί παρά να τσαλακώνει και την ατομική πορεία. Μια κοινωνία που υποεκπροσωπείται είναι μια κοινωνία αδύναμη και ευάλωτη. Ένα πολιτικό σύστημα που δεν αυτοπροστατεύεται και δεν θωρακίζεται, επιδιώκοντας την αναβάπτισή του είναι ένα σύστημα έτοιμο να υποκατασταθεί από επικίνδυνους και ακόμη πιο ανομιμοποίητους «μεσσίες». Όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε και αποφασίσουμε να περιφρουρήσουμε τη δημοκρατία μας τόσο πιο αποφασιστικά θα έχουμε υποστηρίξει το ίδιο μας το μέλλον.
Στην Ελλάδα, η δημοκρατική ευφορία της εθνικής μεταπολιτευτικής πολιτείας δεν κράτησε για πολύ. Η κρίση της πολιτικής εξουσίας άρχισε με την κρίση αξιοπιστίας των πολιτικών, εδραιώθηκε με την πολιτική αδιαφορία και απάθεια των πολιτών, για να ολοκληρωθεί με την πολιτική διαφθορά, την αθέμιτη διαπλοκή πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, καθώς και με την απαξίωση θεσμών, όπως η δικαστική εξουσία και η εκκλησία.
Όλα αυτά συντελούνται μέσα σε μια γενικευμένη αίσθηση υποχώρησής της πολιτικής, απώλειας του κύρους της και της αποτελεσματικότητας της και την συνεπαγόμενη απροθυμία της κοινωνίας να δράσει πολιτικά και να συμμετάσχει.
Υπάρχουν λύσεις; Ασφαλώς και υπάρχουν.
Απαιτείται δημοκρατική εξισορρόπηση των εξουσιών. Χρειάζονται δίκαιοι κανόνες που θα ισχύουν για όλους και θα εφαρμόζονται. Χρειάζεται διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος.
Η κρίση της πολιτικής, που συχνά συνδέεται με την κρίση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθιστά επίκαιρο και κρίσιμο το ζήτημα της εισαγωγής νέων θεσμών και της ενίσχυσης και ενεργοποίησης υφιστάμενων θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά είναι η μόνη λύση για την ενίσχυση της παραπαίουσας δημοκρατίας μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο θεσμός του δημοψηφίσματος, καθώς και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία φέρνουν πιο κοντά τους πολίτες στη διαδικασία λήψης συλλογικών αποφάσεων, εγγυώνται τη διαφάνεια, την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος, και συμβάλλουν στην επαναφορά της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Η σιωπηλή αποδοχή της κατάστασης είτε από τους «πρωταγωνιστές», με την αντίληψη ότι και έτσι συνεχίζουμε, είτε από τους πολίτες, με την σκέψη ότι όλα είναι στημένα και φαύλα, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια κοινωνία ανερμάτιστη και αθωράκιστη. Οδηγούν στην παρακμή του συνόλου που δεν μπορεί παρά να τσαλακώνει και την ατομική πορεία. Μια κοινωνία που υποεκπροσωπείται είναι μια κοινωνία αδύναμη και ευάλωτη. Ένα πολιτικό σύστημα που δεν αυτοπροστατεύεται και δεν θωρακίζεται, επιδιώκοντας την αναβάπτισή του είναι ένα σύστημα έτοιμο να υποκατασταθεί από επικίνδυνους και ακόμη πιο ανομιμοποίητους «μεσσίες». Όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε και αποφασίσουμε να περιφρουρήσουμε τη δημοκρατία μας τόσο πιο αποφασιστικά θα έχουμε υποστηρίξει το ίδιο μας το μέλλον.
20 Ιουν 2009
Ουσιαστική Μεταρρύθμιση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Είναι άραγε μονόδρομος η σημερινή εκρηκτική κατάσταση στον εκπαιδευτικό χάρτη της χώρας; Και είναι άραγε οι συντεχνιακές δυνάμεις του παρελθόντος που αντιδρούν στον μεταρρυθμιστικό οίστρο της κυβέρνησης; Η χώρα έχει ανάγκη από ένα ποιοτικό άλμα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Το ποσοτικό άλμα που συντελέστηκε την προηγούμενη δεκαετία αυξάνοντας τη δυνατότητα πρόσβασης των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οφείλει να ενισχυθεί με την ποιοτική ολοκλήρωση του εγχειρήματος και τη σύνδεσή του με την αγορά εργασίας. Η αυτονομία και η αυτοτέλεια των πανεπιστημίων αποτελεί όχημα για την ολοκλήρωση του εγχειρήματος και προϋπόθεση για την εσωτερική ακαδημαϊκή ανταγωνιστικότητα τους.
Όμως είναι προφανές ότι η αλλαγή που έχει ανάγκη ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός στη χώρα μας δεν μπορεί, ανεξαρτήτως των προτεινόμενων ρυθμίσεων, να ξεκινά από το πανεπιστήμιο. Η αλλαγή χρειάζεται ρίζες και βάσεις και δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από το δημοτικό σχολείο-, από τα θεμέλια, δηλαδή, του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Χρειαζόμαστε ένα δημοτικό σχολείο που θα καλλιεργεί δεξιότητες, που θα συνδέεται με την τοπική κοινωνία, που θα λογοδοτεί στην κοινωνία, που θα στηρίζεται σε καινοτόμες παιδαγωγικές μεθόδους δίνοντας έμφαση στη χαρά της δημιουργίας, στα σχέδια εργασίας, στην ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. Ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία και στις ανάγκες της.
Οι αλλαγές στο γυμνάσιο και στο λύκειο οφείλουν να απαντήσουν σε συγκεκριμένα κοινωνικά αιτήματα αντικαθιστώντας το φροντιστηριακό λύκειο με μια αυτοδύναμη εκπαιδευτική μονάδα που θα δίνει ευκαιρίες για σπουδές και δουλειά. Το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πρέπει να οδηγεί στην ολοκληρωμένη γνώση μιας ξένης γλώσσας, της βασικής μαθηματικής αντίληψης, των ελληνικών, της χρήσης υπολογιστών και του κοινωνικού, πολιτικού και θεσμικού πλαισίου.
Χρειαζόμαστε ένα σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την αδιάβλητη σημερινή θωράκισή του αλλά και με τη συμμετοχή των ιδρυμάτων στην επιλογή των φοιτητών τους. Ένα σύστημα που θα κατατείνει στη σταδιακή εξαφάνιση του φαινομένου της παραπαιδείας μέσα από την εμπέδωση μιας άλλης κοινωνικής αντίληψης για το ρόλο του σχολείου, αλλά και μιας άλλης αναπτυξιακής πραγματικότητας σε σχέση με τις εναλλακτικές λύσεις μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση.
Οι αλλαγές στο χώρο της εκπαίδευσης χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις:
ΟΡΑΜΑ, γιατί ο στόχος της παροχής ίσων δυνατοτήτων και ευκαιριών στη γνώση δεν μπορεί να υλοποιηθεί από διαχειριστές ή γραφειοκράτες.
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, γιατί η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, την έρευνα, την παραγωγή και διάχυση της γνώσης είναι η πιο ακριβή επένδυση.
ΔΙΑΛΟΓΟ, γιατί οι αληθινές μεταρρυθμίσεις υλοποιούνται μόνο όταν στηρίζονται από τους συντελεστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και από την κοινωνία, δηλαδή τους αποδέκτες των επιχειρούμενων αλλαγών.
Είναι προφανές ότι και στις τρεις αυτές προϋποθέσεις η κυβέρνηση είτε αδυνατεί να ανταποκριθεί, είτε δεν το επιθυμεί. Είναι βέβαιο ότι η ελληνική κοινωνία τής το έχει ήδη χρεώσει.
Όμως είναι προφανές ότι η αλλαγή που έχει ανάγκη ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός στη χώρα μας δεν μπορεί, ανεξαρτήτως των προτεινόμενων ρυθμίσεων, να ξεκινά από το πανεπιστήμιο. Η αλλαγή χρειάζεται ρίζες και βάσεις και δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από το δημοτικό σχολείο-, από τα θεμέλια, δηλαδή, του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Χρειαζόμαστε ένα δημοτικό σχολείο που θα καλλιεργεί δεξιότητες, που θα συνδέεται με την τοπική κοινωνία, που θα λογοδοτεί στην κοινωνία, που θα στηρίζεται σε καινοτόμες παιδαγωγικές μεθόδους δίνοντας έμφαση στη χαρά της δημιουργίας, στα σχέδια εργασίας, στην ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. Ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία και στις ανάγκες της.
Οι αλλαγές στο γυμνάσιο και στο λύκειο οφείλουν να απαντήσουν σε συγκεκριμένα κοινωνικά αιτήματα αντικαθιστώντας το φροντιστηριακό λύκειο με μια αυτοδύναμη εκπαιδευτική μονάδα που θα δίνει ευκαιρίες για σπουδές και δουλειά. Το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πρέπει να οδηγεί στην ολοκληρωμένη γνώση μιας ξένης γλώσσας, της βασικής μαθηματικής αντίληψης, των ελληνικών, της χρήσης υπολογιστών και του κοινωνικού, πολιτικού και θεσμικού πλαισίου.
Χρειαζόμαστε ένα σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την αδιάβλητη σημερινή θωράκισή του αλλά και με τη συμμετοχή των ιδρυμάτων στην επιλογή των φοιτητών τους. Ένα σύστημα που θα κατατείνει στη σταδιακή εξαφάνιση του φαινομένου της παραπαιδείας μέσα από την εμπέδωση μιας άλλης κοινωνικής αντίληψης για το ρόλο του σχολείου, αλλά και μιας άλλης αναπτυξιακής πραγματικότητας σε σχέση με τις εναλλακτικές λύσεις μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση.
Οι αλλαγές στο χώρο της εκπαίδευσης χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις:
ΟΡΑΜΑ, γιατί ο στόχος της παροχής ίσων δυνατοτήτων και ευκαιριών στη γνώση δεν μπορεί να υλοποιηθεί από διαχειριστές ή γραφειοκράτες.
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, γιατί η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, την έρευνα, την παραγωγή και διάχυση της γνώσης είναι η πιο ακριβή επένδυση.
ΔΙΑΛΟΓΟ, γιατί οι αληθινές μεταρρυθμίσεις υλοποιούνται μόνο όταν στηρίζονται από τους συντελεστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και από την κοινωνία, δηλαδή τους αποδέκτες των επιχειρούμενων αλλαγών.
Είναι προφανές ότι και στις τρεις αυτές προϋποθέσεις η κυβέρνηση είτε αδυνατεί να ανταποκριθεί, είτε δεν το επιθυμεί. Είναι βέβαιο ότι η ελληνική κοινωνία τής το έχει ήδη χρεώσει.
5 Μαρ 2009
Το Πρόσχημα της Εγκληματικότητας και το Έλλειμμα της Ασφάλειας
Η απελθούσα διακυβέρνηση George W. Bush, με αφορμή τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, επέβαλε στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών μια πολιτική που οδήγησε στην καταστρατήγηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων στη βάση της υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος από τις «ασύμμετρες απειλές». Το δόγμα Bush στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μεταφράστηκε σε στρατηγική που με το πρόσχημα της πάταξης της τρομοκρατίας, οδήγησε τις ΗΠΑ στη διεθνή απομόνωση. Το δόγμα Bush βασίστηκε στην καλλιέργεια του φόβου στην αμερικάνικη κοινωνία και την εξάπλωσή του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η πολιτική του φόβου δημιούργησε αίσθημα ανασφάλειας. Η φοβικότητα καλλιέργησε σύνδρομα και επέτεινε την αβεβαιότητα. Πλέον η πολιτική αντιπαράθεση οδηγήθηκε μοιραία σε μια συζήτηση για τον προσδιορισμό των κινδύνων που πρέπει να φοβούνται περισσότερο οι πολίτες και την αναζήτηση του καταλληλότερου «μεσσία» για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Μια ανάλογη -όχι παρόμοια- κατάσταση βιώνει και η Ελληνική κοινωνία. Οι Έλληνες πολίτες παρατηρούν εμβρόντητοι την αύξηση τόσο της καθημερινής εγκληματικότητας, όσο και της οργανωμένης. Το αίσθημα της ανασφάλειας και της ανομίας είναι κυρίαρχο. Το πρόβλημα ασφαλώς δεν είναι νομικό ή δικαστικό. Δεν αφορά στην απουσία ενός επαρκούς θεσμικού πλαισίου ή στο έλλειμμα αυστηρών ποινών στον ισχύοντα ποινικό κώδικα που θα οδηγήσουν στον αποτελεσματικό παραδειγματισμό και κυρίως στην αποτροπή επαναλαμβανόμενης τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Το πρόβλημα είναι κοινωνικό και πολιτικό. Η κοινωνική του διάσταση όσο προφανής είναι άλλο τόσο βέβαια δεν μπορεί να αποτελεί και το άλλοθι για τοποθετήσεις που σκόπιμα ή όχι μπορεί να παρερμηνευθούν οδηγώντας στο συμπέρασμα της λανθάνουσας υιοθέτησης ή εν πάσει περιπτώσει κατανόησης συλλήβδην των εγκληματικών αυτών πράξεων και ένταξής τους σε ένα υποτιθέμενο κοινωνικό ποτάμι οργής.
Η καταρρακωμένη και παραπαίουσα κοινωνική συνοχή στη χώρα μας, καθώς και η εμπεδωμένη αίσθηση της απόλυτης ανηθικότητας που κυριαρχεί σε ολόκληρη τη δημόσια ζωή, είναι παράγοντες διαλυτικοί για μια κοινωνία. Η δημόσια καθημερινότητα ανατροφοδοτεί στους πολίτες και ιδιαίτερα στους νέους μια διογκούμενη οργή και τους κάνει να αισθάνονται ότι οτιδήποτε σχεδιάζεται για τον τόπο όχι απλά δεν τους συμπεριλαμβάνει, αλλά υπηρετεί ιδιοτελείς και αντίθετες στο δημόσιο συμφέρον σκοπιμότητες. Την ίδια στιγμή αυτό το αναξιόπιστο κράτος έχει απωλέσει κάθε στοιχείο επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας και αξιόπιστης λειτουργίας που με κόπο και δημόσιες επενδύσεις απέκτησε τη δεκαετία 1993-2004. Η επιστροφή του σκληρού κομματικού κράτους που είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν μας εγκατέλειψε ως σύστημα κρατικής οργάνωσης, αισθητά όμως υποχώρησε την ίδια προηγούμενη δεκαετία, διέλυσε εν ριπή οφθαλμού τον επιχειρησιακό κορμό της ελληνικής αστυνομίας και σήμερα η κυβέρνηση τρέχει πίσω από όσα η ίδια σε ένα βαθμό με τις επιλογές της προκάλεσε. Όλοι οι δείκτες αποδεικνύουν ότι τα τελευταία πέντε χρόνια γίναμε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς επιχείρήσης διάλυσης και άλωσης στο χώρο των σωμάτων ασφαλείας με τραγικά αποτελέσματα σε ότι αφορά στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας το πρόβλημα της ασφάλειας εμφανίζεται και μάλιστα πρώτο σε όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης στα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.
Η επίκληση του επιχειρήματος της διογκούμενης εγκληματικότητας από την κυβέρνηση λειτουργεί ήδη ως πρόσχημα για την επιβολή ενός καταχρηστικού ποινικού ελέγχου, που θέτει στο στόχαστρό του όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, τόσο τις μειοψηφίες όσο και τις πλειοψηφίες, και τελικά την ίδια τη δημοκρατία. Η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη πρέπει να είναι βασικός στόχος. Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, όμως, δεν υπάρχουν διλήμματα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας. Ασφάλεια για τον πολίτη υπάρχει μόνο όταν γίνονται απολύτως σεβαστά τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες. Η απόφαση της κυβέρνησης να ποινικοποιήσει την «κουκούλα» δεν συνιστά μόνο έναν επικίνδυνο αναχρονισμό, που θυμίζει στους πολίτες τις εποχές που η λογική της «περιύβρισης αρχής» έθετε προσκόμματα στη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών. Κατά κύριο λόγο η απόφαση αυτή δίνει άλλοθι στην αναποτελεσματικότητα και την αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί την κοινωνική και οικονομική κρίση. Η αστυνομία πρέπει να σέβεται τον πολίτη και να είναι παρούσα όταν και όπου τη χρειαστεί. Πρέπει να εμπεδώνει το αίσθημα ασφάλειας, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά την εγκληματικότητα σε όλες της τις μορφές. Πρέπει να σέβεται τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα και ταυτοχρόνως να είναι ένας μηχανισμός πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας. Τα παραπάνω προϋποθέτουν, όμως, ένα συνολικό επιτελικό σχεδιασμό. Προϋποθέτουν επαγγελματισμό και σοβαρότητα και όχι λογική χωροφύλακα του ’60. Η αστυνομία χρειάζεται νέα δομή, προσαρμοσμένη στη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας, και νέα διάταξη δυνάμεων, προσαρμοσμένη στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Οι αστυνομικοί πρέπει να βρίσκονται στο δρόμο για την προστασία των πολιτών, εκπαιδευμένοι, καταρτισμένοι, θωρακισμένοι οι ίδιοι, προκειμένου να θωρακίσουν συνολικά την κοινωνία.
Όλες οι παραπάνω προτεραιότητες προϋποθέτουν ασφαλώς ένα διαφορετικό κράτος. Στη χώρα μας, καμιά μεγάλη αλλαγή και καμιά ριζική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πετύχει, αν δεν αγγίξει την καρδιά της λειτουργίας του κράτους, καθώς εκεί εντοπίζεται η πηγή των προβλημάτων, που παράγει και αναπαράγει αγκυλώσεις, τρέφει τον αναχρονισμό, τροφοδοτεί τη στασιμότητα και τη διαφθορά, καταδυναστεύει τους πολίτες και στρεβλώνει την οικονομία. Όλα αυτά προϋποθέτουν το εγχείρημα μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής. Προϋποθέτουν μια πολιτική ανατροπή που θα δρομολογήσει το νέο κύμα τομών που έχει ανάγκη η χώρα. Οι εκλογές είναι η μόνη διέξοδος και σε αυτό το εγχείρημα φαίνεται ότι εναποθέτει τις ελπίδες της μια καινούργια κοινωνική πλειοψηφία.
Μια ανάλογη -όχι παρόμοια- κατάσταση βιώνει και η Ελληνική κοινωνία. Οι Έλληνες πολίτες παρατηρούν εμβρόντητοι την αύξηση τόσο της καθημερινής εγκληματικότητας, όσο και της οργανωμένης. Το αίσθημα της ανασφάλειας και της ανομίας είναι κυρίαρχο. Το πρόβλημα ασφαλώς δεν είναι νομικό ή δικαστικό. Δεν αφορά στην απουσία ενός επαρκούς θεσμικού πλαισίου ή στο έλλειμμα αυστηρών ποινών στον ισχύοντα ποινικό κώδικα που θα οδηγήσουν στον αποτελεσματικό παραδειγματισμό και κυρίως στην αποτροπή επαναλαμβανόμενης τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Το πρόβλημα είναι κοινωνικό και πολιτικό. Η κοινωνική του διάσταση όσο προφανής είναι άλλο τόσο βέβαια δεν μπορεί να αποτελεί και το άλλοθι για τοποθετήσεις που σκόπιμα ή όχι μπορεί να παρερμηνευθούν οδηγώντας στο συμπέρασμα της λανθάνουσας υιοθέτησης ή εν πάσει περιπτώσει κατανόησης συλλήβδην των εγκληματικών αυτών πράξεων και ένταξής τους σε ένα υποτιθέμενο κοινωνικό ποτάμι οργής.
Η καταρρακωμένη και παραπαίουσα κοινωνική συνοχή στη χώρα μας, καθώς και η εμπεδωμένη αίσθηση της απόλυτης ανηθικότητας που κυριαρχεί σε ολόκληρη τη δημόσια ζωή, είναι παράγοντες διαλυτικοί για μια κοινωνία. Η δημόσια καθημερινότητα ανατροφοδοτεί στους πολίτες και ιδιαίτερα στους νέους μια διογκούμενη οργή και τους κάνει να αισθάνονται ότι οτιδήποτε σχεδιάζεται για τον τόπο όχι απλά δεν τους συμπεριλαμβάνει, αλλά υπηρετεί ιδιοτελείς και αντίθετες στο δημόσιο συμφέρον σκοπιμότητες. Την ίδια στιγμή αυτό το αναξιόπιστο κράτος έχει απωλέσει κάθε στοιχείο επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας και αξιόπιστης λειτουργίας που με κόπο και δημόσιες επενδύσεις απέκτησε τη δεκαετία 1993-2004. Η επιστροφή του σκληρού κομματικού κράτους που είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν μας εγκατέλειψε ως σύστημα κρατικής οργάνωσης, αισθητά όμως υποχώρησε την ίδια προηγούμενη δεκαετία, διέλυσε εν ριπή οφθαλμού τον επιχειρησιακό κορμό της ελληνικής αστυνομίας και σήμερα η κυβέρνηση τρέχει πίσω από όσα η ίδια σε ένα βαθμό με τις επιλογές της προκάλεσε. Όλοι οι δείκτες αποδεικνύουν ότι τα τελευταία πέντε χρόνια γίναμε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς επιχείρήσης διάλυσης και άλωσης στο χώρο των σωμάτων ασφαλείας με τραγικά αποτελέσματα σε ότι αφορά στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας το πρόβλημα της ασφάλειας εμφανίζεται και μάλιστα πρώτο σε όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης στα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.
Η επίκληση του επιχειρήματος της διογκούμενης εγκληματικότητας από την κυβέρνηση λειτουργεί ήδη ως πρόσχημα για την επιβολή ενός καταχρηστικού ποινικού ελέγχου, που θέτει στο στόχαστρό του όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, τόσο τις μειοψηφίες όσο και τις πλειοψηφίες, και τελικά την ίδια τη δημοκρατία. Η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη πρέπει να είναι βασικός στόχος. Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, όμως, δεν υπάρχουν διλήμματα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας. Ασφάλεια για τον πολίτη υπάρχει μόνο όταν γίνονται απολύτως σεβαστά τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες. Η απόφαση της κυβέρνησης να ποινικοποιήσει την «κουκούλα» δεν συνιστά μόνο έναν επικίνδυνο αναχρονισμό, που θυμίζει στους πολίτες τις εποχές που η λογική της «περιύβρισης αρχής» έθετε προσκόμματα στη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών. Κατά κύριο λόγο η απόφαση αυτή δίνει άλλοθι στην αναποτελεσματικότητα και την αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί την κοινωνική και οικονομική κρίση. Η αστυνομία πρέπει να σέβεται τον πολίτη και να είναι παρούσα όταν και όπου τη χρειαστεί. Πρέπει να εμπεδώνει το αίσθημα ασφάλειας, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά την εγκληματικότητα σε όλες της τις μορφές. Πρέπει να σέβεται τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα και ταυτοχρόνως να είναι ένας μηχανισμός πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας. Τα παραπάνω προϋποθέτουν, όμως, ένα συνολικό επιτελικό σχεδιασμό. Προϋποθέτουν επαγγελματισμό και σοβαρότητα και όχι λογική χωροφύλακα του ’60. Η αστυνομία χρειάζεται νέα δομή, προσαρμοσμένη στη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας, και νέα διάταξη δυνάμεων, προσαρμοσμένη στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Οι αστυνομικοί πρέπει να βρίσκονται στο δρόμο για την προστασία των πολιτών, εκπαιδευμένοι, καταρτισμένοι, θωρακισμένοι οι ίδιοι, προκειμένου να θωρακίσουν συνολικά την κοινωνία.
Όλες οι παραπάνω προτεραιότητες προϋποθέτουν ασφαλώς ένα διαφορετικό κράτος. Στη χώρα μας, καμιά μεγάλη αλλαγή και καμιά ριζική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πετύχει, αν δεν αγγίξει την καρδιά της λειτουργίας του κράτους, καθώς εκεί εντοπίζεται η πηγή των προβλημάτων, που παράγει και αναπαράγει αγκυλώσεις, τρέφει τον αναχρονισμό, τροφοδοτεί τη στασιμότητα και τη διαφθορά, καταδυναστεύει τους πολίτες και στρεβλώνει την οικονομία. Όλα αυτά προϋποθέτουν το εγχείρημα μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής. Προϋποθέτουν μια πολιτική ανατροπή που θα δρομολογήσει το νέο κύμα τομών που έχει ανάγκη η χώρα. Οι εκλογές είναι η μόνη διέξοδος και σε αυτό το εγχείρημα φαίνεται ότι εναποθέτει τις ελπίδες της μια καινούργια κοινωνική πλειοψηφία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)